Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Μια φορά κι έναν καιρό ..αποδεχόμασταν ο ένας τον άλλον!

Σε μια μακρινή χώρα , τόσο μακρινή που δύσκολα μπορούσε κάποιος να την επισκεφτεί, ζούσαν πολλά, πάρα πολλά παιδιά και ήταν πολύ μα πολύ ευτυχισμένα.

Κάποια από τα παιδιά αυτά ήταν σκουρόχρωμα ενώ άλλα είχαν λευκή ή κιτρινωπή επιδερμίδα. Υπήρχαν παιδιά που έτρωγαν πολλές σοκολάτες και ήταν παχουλά, ενώ σε κάποια άλλα παιδιά άρεσε η γυμναστική και ήταν αδύνατα.
Κάποια παιδάκια ήταν πολύ ψηλά ενώ κάποια άλλα αρκετά κοντά, ωστόσο πάντα έβρισκαν τρόπο να παίζουν όλα μαζί και μάλιστα ευχαριστιόνταν τόσο το παιχνίδι, που το γέλιο τους αντηχούσε σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης.

Υπήρχαν παιδιά που δεν μιλούσαν καθαρά αλλά οι φίλοι τους πάντα καταλάβαιναν  τι έλεγαν  και περνούσαν όμορφα μαζί.
Στη μακρινή αυτή χώρα ζούσαν και παιδιά που μερικές φορές προτιμούσαν να παίζουν μόνα τους. Τους ενοχλούσε η φασαρία και δεν έβρισκαν πάντα ενδιαφέρον να παίζουν με τους άλλους. Ωστόσο όλα τα υπόλοιπα παιδιά τα αγαπούσαν και τα προστάτευαν.

Επίσης μερικά παιδιά δεν μπορούσαν να μιλήσουν με λέξεις αλλά μιλούσαν κουνώντας τα χέρια και όλα τα υπόλοιπα παιδάκια επικοινωνούσαν μαζί τους με τον ίδιο τρόπο, τα γέλια που κάνανε όταν κάποιες φορές μπερδεύονταν και αντί για καλημέρα έλεγαν καληνύχτα δεν περιγράφονται.

Στην παρέα αυτή ήταν και ο Άλαν και η Ελένη οι οποίοι γεννήθηκαν χωρίς να βλέπουν, όμως αυτό δεν ήταν στ’ αλήθεια πρόβλημα. Δεν έμεναν ποτέ χωρίς βοήθεια. Μάλιστα η Ελένη είχε και ένα σκυλάκι που τη βοηθούσε να αποφεύγει τα εμπόδια, το σκυλάκι ήταν γλυκό, τόσο γλυκό που όλα τα παιδάκια το τάιζαν και το χάιδευαν.

Στη μεγάλη αυτή παρέα των παιδιών ανήκε ακόμη  η Μέγκαν και ο Αντόνιο , που αν και γεννήθηκαν χωρίς να μπορούν να περπατήσουν και ήταν πάντα  καθισμένοι  σε αναπηρικό καροτσάκι , δεν έλειπαν ποτέ από κανένα παιχνίδι.

Στα μισά παιδιά άρεσε να πηγαίνουν στο σχολείο και στα άλλα μισά δεν άρεσε και τόσο. Όμως το καθένα με τον τρόπο του προσπαθούσε να μάθει όσα περισσότερα πράγματα μπορούσε.
Σε αυτό βοήθησε και ο κύριος Ρόμπερτ , ο οποίος μεγάλωσε κι αυτός σε αυτή τη χώρα και ήθελε να προσφέρει όση αγάπη πήρε σε όλους τους μαθητές του. Βοηθούσε αυτούς που διάβαζαν συλλαβιστά  και τους ενθάρρυνε πως θα τα καταφέρουν αλλά και όσους δεν μπορούσαν να γράψουν ούτε καν το όνομά τους.

Σε αυτή τη μακρινή χώρα λοιπόν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος τα παιδιά θα ετοίμαζαν το καθένα από ένα δωράκι και θα το έβαζαν κάτω από το τεράστιο δέντρο που βρίσκονταν κοντά στην  πλατεία τους. Κάθε χρόνο, στόλιζαν το ίδιο δέντρο χωρίς να το κόβουν φυσικά. Πέρυσι τα δώρα ήταν πάρα πολλά και πολύ όμορφα.
Ήταν λοιπόν συγκεντρωμένα στην πλατεία και συζητούσαν για το τι θα κάνουν  φέτος τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά όταν ξαφνικά  άκουσαν έναν θόρυβο και μια κραυγή πόνου να ακούγεται από το δάσος. Έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει και αντίκρισαν έναν κύριο  πεσμένο κάτω από ένα δέντρο και τη μηχανή του αναποδογυρισμένη λίγο πιο κει.

Τον βοήθησαν να σηκωθεί και τον μετέφεραν στην πλατεία για να του δέσουν μια μικρή, ευτυχώς, πληγή που είχε στο χέρι του από την πτώση. Ο κύριος αυτός σηκώθηκε χωρίς να πει λέξη ούτε καν ένα ευχαριστώ στα παιδιά που τον έσωσαν και άρχισε να κοιτάει γύρω του.

Ο θυμός του ήταν έντονα ζωγραφισμένος στο πρόσωπό του και ξαφνικά άρχισε να κοιτάει τα παιδιά και να λέει: φωνάξτε μου έναν μεγάλο, θέλω να του μιλήσω. Τα παιδιά με χαμόγελο του απάντησαν πως στη χώρα εκείνη ζούσαν μόνο παιδιά και κανείς μεγάλος.

Ο κύριος άρχισε να χάνει την υπομονή του, να ωρύεται και να ουρλιάζει : φωνάξτε μου τώρα ένα μεγάλο άνθρωπο, ακούς εσύ χοντρέ;

Τρέξε να μου φωνάξεις κάποιον μεγάλο…αλλά τι λέω ..είσαι τόσο χοντρός που σιγά μην μπορείς να τρέξεις…

Εεεεεεεεεεε, συνέχισε…...σε σένα μιλάω που κοιτάς δίπλα ...…πήγαινε εσύ ....…δε με ακούς; Κουφός είσαι;

Εεεεεεεεε...... εσύ με το σκυλί , γιατί δε με κοιτάς τυφλή είσαι;;

Εσείς με το καρότσι κάντε στην άκρη να περάσω...…μου κλείνετε το δρόμο.........τι δουλειά έχετε έξω από το σπίτι σας και ενοχλείτε τον κόσμο;;

Και κάπως έτσι ο κύριος συνέχισε να περπατάει και να βρίζει ώσπου χάθηκε μέσα στο δάσος. Μετά από λίγο ακούστηκε ο ήχος μιας μηχανής ο οποίος σιγά σιγά απομακρύνονταν και όλα τα παιδιά κατάλαβαν πως έφυγε από τη χώρα τους.

Όμως στην πλατεία το κλίμα δεν ήταν πια το ίδιο. Το χαμόγελο σβήστηκε από το πρόσωπό των παιδιών και άρχισαν να παρατηρούν γύρω τους το πόσο διαφορετικά ήταν μεταξύ τους κάτι το οποίο ως τώρα δεν το είχαν προσέξει ποτέ.

Βράδιαζε και ξεκίνησαν όλα να εγκαταλείπουν την πλατεία για τα σπίτια τους. Πρώτη φορά που η πλατεία δεν αντηχούσε από τα γέλια τους και πρώτη φορά που δεν ανανέωσαν το ραντεβού τους για την επόμενη μέρα. Έφυγαν χωρίς καν να πουν καληνύχτα. Ξέχασαν ακόμη και το σκοπό για τον οποίο μαζεύτηκαν στην πλατεία.

Την επόμενη μέρα τα παιδιά δεν ήταν όλα μαζί παρέα όπως συνήθιζαν ως τώρα. Τη Μέγκαν και τον Αντόνιο δεν τους έπαιζαν πια, ενώ η Ελένη και ο Άλαν ήταν μόνοι τους σε ένα παγκάκι χωρίς κάποιος να τους δίνει σημασία.

Κάποια στιγμή πλησίασε μια ομάδα παιδιών, ο πιο παχουλός της άλλοτε χαρούμενης παρέας, και άκουσε να τον κοροϊδεύουν και να τον περιγελούν για τα κιλά του. Έσκυψε το κεφάλι και έφυγε πληγωμένος για το σπίτι  του.
Τα πράγματα σε κείνη την μακρινή χώρα που κάποτε ήταν πλημμυρισμένη από τα γέλια των παιδιών, άρχισαν να αλλάζουν προς το χειρότερο.

Το ένα παιδί κορόιδευε το άλλο για τη διαφορετικότητά του και τα περισσότερα σταμάτησαν να κάνουν παρέα μεταξύ τους. Κάποια μάλιστα πιάστηκαν και στα χέρια για ασήμαντο λόγο και χτύπησαν τόσο άσχημα ο ένας τον άλλον που άρχισε να τρέχει αίμα από τη μύτη τους. Κι όλα αυτά τη μέρα των Χριστουγέννων.
Εκείνη τη μέρα διάλεξε και ο κύριος Ρόμπερτ να επισκεφτεί την χώρα που μεγάλωσε, για να δει  αν οι καλοί του μαθητές είχαν ετοιμάσει τα δώρα που θα αντάλλασσαν την Πρωτοχρονιά όπως έκαναν κάθε χρόνο.

Αυτό που είδε την ώρα που πλησίαζε την πλατεία τον έκανε να τρίψει τα μάτια του για να δει αν είναι αλήθεια. Έβλεπε τα παιδιά που κάποτε ήταν μια παρέα να είναι διασκορπισμένα και να μιλάει το ένα στο άλλο άσχημα. Έβλεπε παιδιά που κάποτε αγαπιόνταν να μη μιλάνε. Έβλεπε παιδιά να είναι μόνα τους και να τα κοροϊδεύουν τα υπόλοιπα. Έβλεπε παιδιά να κλαίνε γιατί κάποια δεν ήθελαν να παίξουν μαζί τους. Έβλεπε παιδιά να μιλάνε άσχημα για το χρώμα των άλλων παιδιών. Έβλεπε παιδιά να κοροϊδεύουν αυτά που δεν μιλούσαν ή δεν έβλεπαν.

Έβλεπε τα δικά του παιδιά, τους δικούς του μαθητές για τους οποίους κάποτε ήταν υπερήφανος και δεν τους αναγνώριζε.

Τι άλλαξε και εξαφανίστηκε η τόση καλοσύνη τους;; Πλησίασε κάποια και τα ρώτησε τι συνέβη όσο εκείνος έλειπε. Αμέσως κατάλαβε, πως αυτό ήταν δημιούργημα ενός ενήλικα. Τα παιδιά από μόνα τους αγαπάνε χωρίς διακρίσεις και δεν αντιλαμβάνονται την διαφορετικότητα σαν κάτι κακό αντίθετα την θεωρούν φυσιολογική και την αποδέχονται!

Έπρεπε να δράσει άμεσα, πριν η κακία φωλιάσει στην αθώα ψυχή των μαθητών του, ήξερε πως θα τα κατάφερνε γιατί ήταν ακόμη νωρίς.

Τι έπρεπε να κάνει;

Μα φυσικά, να τους μιλήσει.  

Αυτό και έκανε. Ζήτησε να συγκεντρωθούν  όλα στην πλατεία γιατί είχε κάτι να τους πει.

Εκείνα μαζεύτηκαν με καχυποψία, είχαν αρχίσει να αμφισβητούν ακόμη και τον κύριο Ρόμπερτ που κάποτε αγαπούσαν υπερβολικά.

Ο κύριος Ρόμπερτ , τους μίλησε για τη δύναμη της αγάπης, τους μίλησε για τη φιλία και πόσο σημαντική είναι στη ζωή μας. Τους είπε για τη διαφορετικότητα και τους εξήγησε πως είναι ωραίο ο κάθε άνθρωπος να είναι ξεχωριστός. Τους είπε πως η ευτυχία έρχεται όταν μοιραζόμαστε τη χαρά μας και πως όσο περισσότεροι είμαστε μαζί μπορούμε να αντιμετωπίσουμε καλύτερα μια δυσκολία.

Τους είπε και άλλα πολλά.

Τους μιλούσε τόση ώρα που έπεσε το σκοτάδι.

Παρόλο όμως που δεν είχε φως στην πλατεία εκείνος έβλεπε να ζωγραφίζονται ξανά στα πρόσωπα των παιδιών φωτεινά χαμόγελα. Και άρχισε να ζωγραφίζεται και ένα τεράστιο και στο δικό του πρόσωπο!!

Τα είχε καταφέρει.

Στην ψυχή των παιδιών εγκαταστάθηκε πάλι η αγάπη και ρίζωσε πιο βαθιά αυτή τη φορά.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή, μάλλον εκείνη της Ελένης, γιατί μαζί με τη δική της ακούγονταν και το χαρούμενο γάβγισμα του σκύλου της: πρέπει να πάμε για ύπνο..πέρασε η ώρα… έμειναν λίγες μόνο μέρες για την Πρωτοχρονιά και πρέπει να ετοιμάσουμε τα δώρα!!

Ναιιιιιι!!! Ακούστηκαν όλα τα παιδιά μαζί!

Είπαν καληνύχτα το ένα στο άλλο και έφυγαν ευτυχισμένα γνωρίζοντας πως αυτή θα ήταν η καλύτερη Πρωτοχρονιά της ζωής τους!!

Τελευταίος έφυγε ο κύριος Ρόμπερτ νιώθοντας αγαλλίαση που από τη μακρινή του χώρα τα γέλια ακούστηκαν ξανά σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης!!